Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οικολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Κιρκπάτρικ Σέιλ: Η αυταπάτη της «προόδου»



«Ανόητη κοινωνία και άφρονη οικονομία οδηγούν τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής… Η επιβίωση της Γης εξαρτάται, περισσότερο από ποτέ, από ένα τρόπο σκέψης παντελώς νέο, καινοτόμο»

Φανταστείτε για μια στιγμή ένα παιδί γεμάτο μώλωπες, από ξυλοδαρμό, που μεταφέρεται για εξέταση σε ένα γιατρό. Η κλασική ερώτηση του γιατρού θα ήταν σίγουρα «που πονάς;». Αν ο γιατρός είναι σοβαρός θα συνέχιζε σίγουρα τις ερωτήσεις, ακόμη πιο κοντά στα αίτια του ατυχήματος: «Πως έγινε; Ποιος ήταν; Πόσο καιρό κρατά αυτή η ιστορία; Τι πρέπει να γίνει για να μην ξανασυμβεί;»

Φανταστείτε τώρα ότι μία κοινότητα υφίσταται σοβαρές ζημιές με την μορφή εκτεταμένων περιβαλλοντικών καταστροφών. Ορισμένες ζημιές είναι επιφανειακές και αντιμετωπίσιμες, ενώ άλλες κρυφές και βαθιές. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι ανάλογα: «Που «πονάει» η ζημιά; Ποια προβλήματα δημιουργούνται; Τι ζημιά προκαλείται στην ατμόσφαιρα, στους υδατικούς πόρους, στο έδαφος, στα δάση, στις θάλασσες, στα ζωικά οικοσυστήματα, στα ζωτικά στοιχεία της Γης;». Και ακόμη: «Ποιος είναι ο υπαίτιος; Μήπως θα πρέπει να πληρώσει για τα επακόλουθα της δράσης του και να υποχρεωθεί να αλλάξει συμπεριφορά;»

Ο εκφυλισμός του πλανήτη

Η παραπάνω αναλογία εκφράζει απόλυτα την κατάσταση στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν συγκροτήθηκε το περιβαλλοντικό κίνημα στο πλαίσιο της δημοσίευσης του «Σιωπηρή Άνοιξη» της Ραχήλ Κάρσον. Στα σαράντα ένα χρόνια που πέρασαν από τότε μάθαμε ποιες ζημιές κάνουμε στον πλανήτη μας - υπερθέρμανση, κλιματική αλλαγή, μείωση του όζοντος, αποψίλωση, υπερπληθυσμός, μόλυνση των υδατικών πόρων, τοξικά απόβλητα, πυρηνική ενέργεια, όξινη βροχή, ερημοποίηση, διάβρωση του εδάφους, εξαφάνιση ζωικών και φυτικών ειδών, χημική μόλυνση, ανεξέλεγκτη αλιεία… Εστιάσαμε την προσοχή στις σημαντικότερες ζημιές, τις δημοσιοποιήσαμε και προσπαθήσαμε, από καιρού σε καιρό, να οργανώσουμε μέτρα προφύλαξης τα οποία αποδείχθηκαν, συχνά, ανεπαρκή.

Προσπαθήσαμε, από καιρού σε καιρό, καθόσον η πλειονότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων τα οποία μας απασχολούν είναι εκείνα που θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τον άνθρωπο. Αγνοούμε πολλά άλλα τα οποία απειλούν τα άλλα είδη - κοραλλιογενείς ύφαλοι, τροπικά δάση κ.λ.π. ενώ πολλά από εκείνα τα οποία μας απειλούν άμεσα δεν ταυτοποιούνται από το σύστημα - υπάρχουν 90.000 χημικά προϊόντα τα οποία δεν έχουν καν δοκιμαστεί από την σκοπιά της ασφάλειας για τον άνθρωπο.

Για 41 χρόνια εστιάσαμε όλη την προσοχή μας στο περιβάλλον. Παράχθηκε ένας κολοσσιαίος αριθμός νόμων, δημιουργήθηκαν ειδικά γραφεία, συντάχθηκαν κωδικοί και τέθηκαν σε εφαρμογή απαγορεύσεις, συγκροτήθηκαν χιλιάδες περιβαλλοντικές ομάδες και λόμπυ σε όλο τον κόσμο, απαγγέλθηκαν κατηγορίες και καταδίκες και ξοδεύτηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια για την μελέτη διεξόδων και «θεραπειών». Παρά ταύτα, παραμένει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των περιπτώσεων κακοποίησης του περιβάλλοντος είναι εκτός ελέγχου και ότι το καθόλα αρνητικό μας αποτύπωμα στην Γη, αντί να μειωθεί, αυξάνεται γεωμετρικά. «Το περιβαλλοντικό μας αποτύπωμα είναι ήδη εκτός βιωσιμότητας για τον πλανήτη» έγραφε πρόσφατα ο βιολόγος Χάρβαρντ Ουίλσον. «Αυξάνεται διαρκώς και συνεχώς ενώ η Γη έχει χάσει προ πολλού την ικανότητα ανάκτησης». Δεν είναι τυχαίο ότι τα φυσικά οικοσυστήματα μειώθηκαν κατά 30% τα τελευταία 30 χρόνια.

Η αναποτελεσματικότητα της ατομικής δράσης

Ποια τα αίτια της επικίνδυνης πλέον κατάστασης; Μήπως η άρνηση να θέσουμε τα κρίσιμα ερωτήματα που θα έθετε ο οποιοσδήποτε σοβαρός γιατρός στον ασθενή του: «Πώς έγινε; Υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί η επανάληψη του;»

Πως συνέβη λοιπόν; Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των κυβερνήσεων του κόσμου υιοθετούν πολιτικά και οικονομικά συστήματα που συνιστούν αιτία παρόμοιων καταστροφών και συμβάλλουν στην διατήρηση τους ακόμα και όταν οι σοβαρότατες επιπτώσεις τους είναι τόσο έκδηλες; Γιατί θεωρούμε ότι η απάντηση μας στην οικολογική κρίση απαιτεί, πρώτα και κατά κύριο λόγο, μία μεταλλαγή των ατομικών στυλ ζωής - ανακύκλωση, φωτοβολταικά, υβριδικά οχήματα, κομπόστ, βιολογικά τρόφιμα, διπλά θερμομονωτικά πανέλα;

Το όλο σύμπλεγμα των ενοχών του «τι μπορείς να κάνεις για να σώσεις τον πλανήτη» αποτελεί μύθο. Όλοι εμείς, σε ατομικό επίπεδο δεν δημιουργούμε τις κρίσεις και δεν είμαστε σε θέση να προσφέρουμε λύσεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ενεργειακή μας κατανάλωση. Τα τελευταία 15 χρόνια η ιστορία ήταν πάντα η ίδια: η ατομική κατανάλωση – κατοικίας, αυτοκίνησης κ.λ.π. – δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη του ενός τέταρτου της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, βιομηχανικής, εμπορίου, επιχειρήσεων, αγροτικής και των κυβερνήσεων. Ακόμα και όλοι αν εγκαταλείπαμε την αυτοκίνηση και επιλέγαμε το ποδήλατο ή την χρήση της ξυλόσομπας, η μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης θα είχε ασήμαντες επιπτώσεις στην εξέλιξη του φαινόμενου του θερμοκηπίου και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Ας επιλέξουμε ένα στυλ ζωής περιβαλλοντικά υπεύθυνο, ας επιλέξουμε το ποδήλατο, την ανακύκλωση ή και την κομποστοποίηση, αλλά ας κατανοήσουμε ότι δεν είναι μόνο αυτό που θα σώσει τον πλανήτη.

Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος θα πρέπει να θέσουμε ένα ερώτημα: γιατί σχεδόν όλοι φαίνεται να προτιμούν να συμβιώσουν με την απειλή της ολικής καταστροφής αντί να προσπαθήσουν να αλλάξουν ένα κόσμο στον οποίο η υπερκατανάλωση συνιστά αρετή, η υπερπαραγωγή κοινωνικο-οικονομική ανάγκη και κάθε τι το «παραπάνω» - οχήματα και χημικά προϊόντα, διδακτορικά, μαθήματα γκολφ ή κέντρα ανακύκλωσης - σαν αναμφισβήτητα καλοδεχούμενο;

Η απάντηση είναι ότι, φυσικά, η συντριπτική πλειοψηφία δεν διανοείται την εγκατάλειψη ενός οικονομικού συστήματος –βιομηχανικού καπιταλισμού - που αποδίδει υλική ευμάρεια, μακροζωία και μία πλειάδα επιπρόσθετων όπως η διασκέδαση, τα φάρμακα, το σπορτ ή η τηλεόραση. Οι λίγοι που θα επιθυμούσαν την εγκατάλειψη του είναι ουσιαστικά ανήμποροι, αγνοημένοι, καθησυχασμένοι, φοβισμένοι ή και καταπιεσμένοι από το κυρίαρχο σύστημα, την εξουσία και το «στάτους κβο».

Το βασικό πρόβλημα έγκειται στο ότι ο βιομηχανικός καπιταλισμός αναπτύσσεται γύρω από δύο αρχές που τίθενται στον αντίποδα εκείνων της οικολογικής υπευθυνότητας:
- Η πρώτη είναι εκείνη της επιταγής συνεχούς μεγέθυνσης - της αγοράς, της επιχείρησης, της βιομηχανίας, της επιστημονικής γνώσης, της τεχνολογικής καινοτομίας, του πληθυσμού και του πληθυσμού σαν καταναλωτή.
- Η δεύτερη αφορά την εκμετάλλευση των πόρων, την αλόγιστη χρήση των μη ανανεώσιμων θησαυρών που προσφέρει η Γη - από τα διαμάντια στο πετρέλαιο και από το έδαφος στα δάση - προς όφελος της υλικής μας ευμάρειας. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε τις οικολογικές διαστάσεις και τις επιπτώσεις της εξόρυξης, της μεταποίησης των πρώτων υλών σε αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «αγαθά» ή και τις διαστάσεις της χρήσης τους.

Οικονομία…

Πρόσφατα αναλογιζόμουν πόσο ανόητη είναι η διδασκαλία των οικονομικών στα περισσότερα πανεπιστήμια καθόσον αγνοεί μία από τις σπουδαιότερες διαστάσεις τους: την οικολογία, ή τα φυσικά συστήματα από τα οποία, σε τελευταία ανάλυση, εξαρτάται όλη η οικονομική ζωή του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε οικονομολόγος είναι σε θέση να ανακοινώσει το κέρδος από την πώληση μιας «άλφα» ποσότητας δημητριακών δίχως, όμως, να μπορεί να υπολογίσει την ποσότητα του εδάφους που διαβρώθηκε ή δηλητηριάστηκε για την καλλιέργεια, τις ζημιές που υπέστη το οικοσύστημα της περιοχής, τις επιπτώσεις των χημικών λιπασμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για τα υπόγεια νερά ή το τεράστιο περιβαλλοντικό κόστος της μαζικής παραγωγής χημικών λιπασμάτων, ζιζανιοκτόνων και γεωργικών μηχανημάτων υψηλής τεχνολογίας. Οι οικονομολόγοι αγνοούν αυτή την διάσταση όχι γιατί είναι ωμοί, κουτοί ή ανίκανοι, αλλά διότι περιορίζονται από την ίδια τους την επιστήμη που τους φέρει να αναγνωρίζουν τον φυσικό κόσμο μόνο από την οπτική των πόρων προς εκμετάλλευση, πέραν της πολυπλοκότητας της οικολογικής διάστασης.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα εστιάζεται στον μονόδρομο της «ανάπτυξης», στο καταναλωτικό μοντέλο και στην αλόγιστη εκμετάλλευση των πόρων. Δεν πρόκειται για σφάλματα του καπιταλισμού. Αυτό ξέρει να κάνει και αυτό και μόνο αυτό τον τροφοδοτεί και τον ζωογονεί. Πολύ εύγλωττα το περιέγραψε ο περιβαντολλόγος Τζ.Σίμπρικ: «Εάν σκοπός της ανθρώπινης δραστηριότητας σε αυτό τον πλανήτη είναι η καταστροφή του δεν υπάρχει καλύτερη επινόηση εργαλείου από την οικονομία της αγοράς».

Με ωμά λόγια, το περιβαλλοντικό κίνημα δεν θα μπορέσει ποτέ να φθάσει τους στόχους του έως ότου θα ταυτίζεται με την καπιταλιστική κοινωνία. Απλά, θα ενοχλεί αλλά και η ενόχληση θα μετασχηματίζεται γρήγορα σε σχετικά υποφερτή. Να γιατί ένας παραδοσιακός, ακτιβιστής όπως ο Τζ. Λούτσενμπέργκερ είχε φθάσει να πει: «Στο περιβαλλοντικό Κίνημα οι νίκες είναι πάντα εφήμερες ενώ οι ήττες τετελεσμένες… Αυτό το οποίο μπορείς να σώσεις σήμερα μπορεί να καταστραφεί κάλλιστα αύριο».

Οι νίκες είναι εφήμερες καθόσον επιφανειακές: μπορείς να εξαναγκάσεις την κατασκευή μιας «χωματερής» τοξικών αποβλήτων αλλά είναι πολύ δυσκολότερο να εμποδίσεις την παραγωγή τοξικών αποβλήτων. Μπορείς να υποχρεώσεις στην παραγωγή οχημάτων που να παράγουν λιγότερη περιβαλλοντική μόλυνση αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την παραγωγή και την χρήση τους, την κατασκευή περισσότερων δρόμων και περισσότερων γκαράζ. Οι νίκες είναι πρόσκαιρες όταν δεν αντιμετωπίζεται η καρδιά του προβλήματος.

Η απομυθοποίηση της αποκάλυψης

Η καρδιά του προβλήματος γίνεται αντιληπτή μέσω ενός δεύτερου ερωτήματος: «Υπάρχει τρόπος πρόληψης επιπλέον καταστροφών του περιβάλλοντος;»

Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για να απαντήσω καταφατικά. Όπως το ψάρι δεν αντιλαμβάνεται ότι κινείται στο νερό, έτσι και εμείς αδυνατούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ζούμε μία κουλτούρα και μία οπτική ζωής οι οποίες εγείρουν ένα προστατευτικό ψυχολογικό τείχος που επιτρέπει στην κοινωνία να συνεχίσει να δρα όπως δρα ακόμα και εάν η αποκάλυψη είναι σε απόσταση αναπνοής. Πρόκειται για μια ιδιαιτερότητα που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «αντιληπτική απόκλιση», με λίγα λόγια για την αποκλίνουσα ικανότητα ταυτόχρονης έκφρασης δύο τύπων αντιθετικών ιδεών: την επιθυμία διαιώνισης του καπιταλισμού και τον πόθο προστασίας της υγείας του πλανήτη. Και αυτό, γιατί μάλλον ζούμε την αποκάλυψη σαν να πρόκειται για φιλμ. Από την στιγμή που ηΧιροσίμα πρόσφερε μια χειροπιαστή απόδειξη περιβαλλοντικής καταστροφής, σκηνοθετήσαμε φιλμ, γράψαμε ρομάντζα και στήσαμε θεάματα που θέτουν στο προσκήνιο τις πραγματικές διαστάσεις μιας περιβαλλοντικής καταστροφής, πλανητικής εμβέλειας, αλλά δεν διδαχθήκαμε… Καταχωρήσαμε, έτσι, το γεγονός σε ένα δικό του χώρο, μακριά από τον κόσμο της ζωής και της πραγματικής πολιτικής, μένοντας ήσυχοι ότι ο δρόμος προς την καταστροφή είναι μόνο φαντασία.

Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν εμποδίζει να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα εν τη γενέσει τους, αρκεί να μην επανακάμψουμε στο γνωστό δίλλημα της επίλυσης μέσω της τεχνολογίας: δεδομένου ότι έχουμε την ικανότητα απεριόριστης παραγωγής τεχνολογιών δεν υπάρχει πρόβλημα για το οποίο δεν υπάρχει θεραπεία. Και αυτό, όταν είναι γνωστό ότι δεν υπήρξε πρακτικά ποτέ μια τεχνολογική λύση που να μην δημιούργησε ένα νέο τεχνολογικό πρόβλημα. Πάρτε για παράδειγμα τις περιπτώσεις της πυρηνικής ενέργειας, του DNT, της θαλιδομίδης ή τους σοβαρούς κινδύνους που ελλοχεύουν στο πεδίο της γενετικής, της ρομποτικής ή της νανοτεχνολογίας.

Ίσως είναι η αδιαμφισβήτητη, σχεδόν τυφλή, εμπιστοσύνη μας στις τεχνολογικές λύσεις που εμποδίζει την συνειδητοποίηση της επερχόμενης καταστροφής. Ίσως γι’αυτό δεν κατορθώνουμε να συνειδητοποιήσουμε με τι τρόπο πρέπει α αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας για να σώσουμε τον πλανήτη. Ίσως γι’αυτό θα έπρεπε να πείσουμε ολοένα περισσότερους για τον πραγματικό χαρακτήρα του οικονομικού μας συστήματος και των κινδύνων που υποκρύπτει, θέτοντας επιτακτικά τα σοβαρότερα ερωτήματα αναφορικά με τα αίτια του ατυχήματος: «Που «πονάμε»; Ποιος είναι ο υπαίτιος; Από πότε ανεχόμαστε αυτή την κατάσταση; Γιατί συμβαίνει ότι συμβαίνει; Τι χρειάζεται για να ανακοπεί το κακό; Πως μπορούμε να σμιλέψουμε τα στοιχεία μιας οικολογικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας του «μέτρου» και της αρμονίας με τους φυσικούς νόμους, μιας κοινωνίας που να αγκαλιάζει τις αξίες του έμβιου και του άβιου κόσμου, ικανής να προφυλάξει από την επάνοδο στα λάθη του παρελθόντος;»

-----------------------------------------

Ο Κιρκπάτρικ Σέιλ είναι ανεξάρτητος στοχαστής που ασχολήθηκε εκτενώς με την προβληματική τηςβιοπεριφερειακότητας, του πολιτικού αποκεντρωτισμού, του φεντεραλισμού, του περιβαλλοντισμού, τουλουδισμού και της τεχνολογίας. Περιγράφεται σαν εμπνευστής της «φιλοσοφίας του αποκεντρωτισμού», «εμπνευστής των νέο-λουδιστών» και «θεωρητικός του κινήματος των νέο-αποσχιστών».
Είναι συνιδρυτής του Βορειοαμερικανικού Διαρκούς Συνεδρίου Βιοπεριφερειακότητας, γραμματέας της Εταιρείας Σουμάχερ, αντιπρόεδρος του Αμερικανικού Κέντρου «ΠΕΝ» και συγγραφέας πολλών βιβλίων, μεταξύ των οποίων «Η ανθρώπινη κλίμακα», «Κάτοικοι της Γης», «Η λογική της Φύσης» και «Αντίσταση στο Μέλλον».

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Η οικολογία του βάθους και ο επιστημονικός περιβαλλοντισμός

Η οικολογία στις αρχές του 21ου αιώνα - 6

(Συνέντευξη με τον Εδουάρδο Τζαρέλλι, καθηγητή Ιστορίας και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολώνιας, επιστημονικό σύμβουλο σύνταξης του εκδοτικού οίκου «Αριάννα»)

6. Η οικολογία του βάθους και ο επιστημονικός περιβαλλοντισμός;

Θα συμφωνήσετε ότι, τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι αρχές της οικολογίας του βάθους είχαν πολύ πιο περιορισμένη απήχηση από εκείνες που ανέδειξε η έκθεση «Μπρούρτλαντ» κατά την δεκαετία του ’80 σχετικά με την «διαρκή ανάπτυξη». Γιατί δεν γίνεται ακόμη κατανοητό το «βεληνεκές» μιας οικολογικής προσέγγισης που θεμελιώνεται στην βαθιά ανάλυση των αιτίων της περιβαλλοντικής κρίσης;

Η έκθεση «Μπρούρτλαντ» του 1987 αποτέλεσε έκφραση μιας στοχευμένα αποδεκτής εκλαίκευσης της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης, σε θέση «(να) ικανοποιεί τις ανάγκες των σύγχρονων γενεών χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των επόμενων γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Πρόκειται για μία προσέγγιση ανθρωποκεντρικής και ωφελιμιστικής μήτρας η οποία διαπερνά την δυτική πολιτική κουλτούρα του περιβαλλοντισμούκαι βασίζεται στην οικονομική ιδεολογία της νεωτερικότητας. Όλα τα οικονομικά μοντέλα της νεωτερικότητας προβάλλονται στο εύρος ενός μηχανικού χρόνου αρνούμενα ουσιαστικά την ισχύ της εντροπικής μη ανατρεψιμότητας της μετατροπής της ύλης και της ενέργειας. Ο περιβαλλοντικός ρεφορμισμός είχε ευρεία απήχηση καθ’όσον απόλυτα λειτουργικός στο φιλελεύθερο καπιταλιστικό αναπτυξιακό μοντέλο, διασφαλίζοντας έτσι προσβασιμότητα στο μιντιακό στερέωμα και ένα τύπο πολιτικής παρουσίας διαγώνια «φιλικής» προς όλα τα πολιτικά κόμματα και όλες τις ομάδες της οικονομικής εξουσίας.

Η «φιλανθρωπική» επιβεβαίωση της διαγενεακής αλληλεγγύης της έκθεσης «Μπρούρτλαντ» δεν διάβρωσε ποτέ τα κάστρα του οικονομισμού για να μεταλλαχθεί, με την πάροδο του χρόνου, σε ένα καθησυχαστικό κοινό τόπο καλών προθέσεων και το παράλληλο σοβαρό πρόβλημα ταυτότητας, ρόλου και εκλογικής αποδοχής για όλα τα κόμματα με έντονο οικολογικό χαρακτήρα. Κόμματα μελών διαφορετικών ιδεολογικών εμπειριών, συνενωμένων από ένα απροσδιόριστο αστικό και ατομιστικό προοδευτισμό ο οποίος δρα μέσω του αφιλοκερδούς αυθορμητισμού του ποικιλόμορφου κόσμου του εθελοντισμού, του περιβαλλοντισμού και του προστατευτισμού.

Από αυτή την άποψη, οι οικολογισμός έχει χάσει προ πολλού την ιδεολογική του ταυτότητα η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πραγματικό νεωτερισμό στο πεδίο των «πεπερασμένων» ιδεών του απώτερης νεωτερικότητας. Συνάμα, έχασε και την μεγάλη ευκαιρία να τεθεί πέραν της αριστεράς και πέραν της δεξιάς όντας καινοτομικά συντηρητικός και επαναστατικός ταυτόχρονα. Ο ολισμός, στον οποίο θεμελιώνεται τελολογικά, τίθεται ουσιαστικά με όρους ριζικής ανατροπής του παραδείγματος του δυτικού μοντέλου, όχι μέσω της αναφοράς σε προμηθεϊκές ουτοπίες αλλά μέσω της προάσπισης της σταθερότητας των φυσικών συστημάτων, του αξιακού συστήματος της Γης και της ανεπιφύλακτης υιοθέτησης της έννοιας και της αξίας του «ορίου». Τα αποτελέσματα του θεωρητικού του «μηδισμού» αντανακλώνται στην εμφανή του ανικανότητα να προβάλλει μία ριζοσπαστικά εναλλακτική εικόνα του κόσμου ως προς το ισχύον μοντέλο, να καταστεί πολιτικά το κατεξοχήν όχημα σύγκρουσης με τις ισορροπίες των εξουσιών, να εντοπίσει τον χώρο ουσιαστικής ρήξης με τον οποίο να ταυτιστεί και, εν τέλει, να ριζώσει βαθιά στην κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι το «πράσινο» πολιτικό δυναμικό χαρακτηρίζεται από μία μεταμορφική φευγαλεότητα και ένα ατομικό οπορτουνισμό, αν όχι μεγαλύτερο, τον ίδιο με τον καριερισμό που χαρακτηρίζει κάθε συστημικό κόμμα εξουσίας. Φαίνεται σχεδόν απίθανη, κατά συνέπεια, κάθε υπόθεση εκχώρησης πεδίου έκφρασης προσεγγίσεων ιδεαλιστικού βάρους και υπαρξιακής ανάτασης από μέρους του σύγχρονου πολιτικού και πολιτισμικού σκηνικού.

Η άνευ όρων συναίνεση με τις σχέσεις δύναμης και εξουσίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν επιτρέπει την προβολή ακόμη και μορφών «λαικιστικής» ανυπακοής όπως εκείνη του Ραλφ Νάντερ ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, εκφράζει ένα χώρο ουσιαστικής ανεξαρτησίας από τους κατασταλτικούς σχηματισμούς της δεξιάς και της αριστεράς δίνοντας φωνή σε μια εν δυνάμει εναλλακτική πλειοψηφία. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε ότι το πολιτικό πρόβλημα του οικολογισμού είναι πρόβλημα γενικής φύσης και αφορά την αποπολιτικοποίηση της φιλελεύθερης «ανοικτής κοινωνίας». Με λίγα λόγια φωλιάζει στην διάσταση της «αρνητικής ελευθερίας» που αφαιρεί το άτομο από τα κοινά και, μέσω της σύγχυσης με την χειραφέτηση των οικονομικών συναλλαγών από κάθε περιορισμό, έχει σαν στόχο την εμπορευματοποίηση ανθρώπων, πραγμάτων και ιδεών.

Μόνο όταν κατορθώσει η πολιτική να ερμηνεύσει αυθεντικές μορφές συμμετοχικότητας θα μπορούμε να ελπίζουμε στην συναίνεση μεταξύ ιδεών και κοινωνικών πρακτικών και στην γένεση ενός «επαναστατικού κράτους» σε θέση να ενσωματώσει τις οικολογικές αρχές και αξίες. Μόνο τότε θα είναι δυνατή η γενικευμένη παρουσία στα κοινά κάθε μειοψηφικής σκέψης και άποψης η οποία σήμερα δεν μπορεί να εκφραστεί παρά με όρους καθαρά μεταπολιτικούς, επηρεάζοντας το συλλογικό φαντασιακό «εκ των έξωθεν» χάριν της διανοητικής της καθαρότητας και της ηθικής της συνέπειας.